Μαρία Καραθάνου: ART LOCUS. 22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – 2 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2009. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

The Little Game 2.
Παλαιό Ελαιουργείο/ Ελευσίνα.
The Little Game 3.
Στρατώνες Καποδίστρια. Άργος.
The Little Game 4.
Α.Σ.Ο. Επιταλίου. Βώλακας.
Επιτάλιο 1.
Παραλία Επιταλίου. Βώλακας.
Διάγραμμα 1.
Α.Σ.Ο. Επιταλίου. Βώλακας.
The Little Game 5.
Ποταμός. Κύθηρα.
The Little Game 6.
Χώρα. Κύθηρα.

Αν θα έπρεπε κάποιος να καταγράψει την πορεία ενός μετακινούμενου εικαστικού έργου – εικαστικής εγκατάστασης μέσα στα πλαίσια του Art Locus νομίζω ότι θα δυσκολευόταν αρκετά και δεν θα μπορούσε εύκολα να καταγράψει, να μιλήσει για όλες της πτυχές του με ευκρίνεια, και να δώσει ασφαλείς εικαστικούς ορισμούς τόσο σε κάθε εγκατάσταση μεμονωμένα όσο και αντιμετωπίζοντας όλες αυτές σαν μέρος μιας ενιαίας ενότητας ή ενός ενιαίου εικαστικού έργου ή δράσης.

Για αυτό που θα μπορούσε κανείς να μιλήσει με ευκολία είναι η διαδραστικότητα του χώρου, ως προς την θεματική και εικαστική αντίληψη μιας εικαστικής εγκατάστασης, η οποία πολλές φορές είναι καταλυτική ιδίως αν πρόκειται για εφαρμογές που δημιουργούνται in situ και τις περισσότερες φορές σε πολύ λίγο χρόνο ως προς τις τεχνικές τους απαιτήσεις και τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούν.

Αυτό που καλείται ένας εικαστικός να κάνει μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι να επαναπροσδιορίσει τις ιδέες του σε κάθε νέο χώρο, καθώς και τα εκφραστικά του μέσα ακολουθώντας πιθανόν την ίδια θεματική βρίσκοντας συνεχώς νέους δρόμους μέσα σε αυτή. Οι φυσικοί χώροι, σε δέχονται ή όχι όταν εσύ είσαι ικανός να αντιληφθείς τη δομή, την πλαστική, τη φόρμα, τη φυσική χρωματική παλέτα, την αρχιτεκτονική τους και να δουλέψεις μέσα σε αυτούς δημιουργώντας μια νέα σύνθεση.

Οι συνθήκες και ο βαθμός διάδρασης πολλές φορές είναι τόσο απρόβλεπτες που πιθανόν κανείς δεν μπορεί να τις φανταστεί εκ των προτέρων. Αυτό όμως είναι και το στοίχημα ή καλύτερα ο λόγος που έχει τόσο μεγάλη αξία αυτή η διαδρομή.

Το πως μία προσωπική πορεία, στην προκειμένη περίπτωση, μία μετακινούμενη εικαστική εγκατάσταση, μπορεί να αναπροσαρμόζεται συνεχώς, να αλλάζει, να γίνεται ευέλικτη, και να κρατάει την αρχική της δομή ή όχι, να κρατάει ή να αποβάλλει δικά της στοιχεία ή να τα αντικαθιστά στην πορεία με άλλα.

Το αξιοσημείωτο είναι το πόσο οι άνθρωποι κάθε τόπου, είναι ικανοί να επηρεάσουν την τελική εικαστική εικόνα, να την εξελίξουν, να την μετουσιώσουν σε κάτι άλλο, να την οικειοποιηθούν ή όχι. Καθώς και πόσο η διάδραση μαζί τους, μπορεί να σου ανοίξει ένα δημιουργικό διάλογο, ο οποίος πολλές φορές καθορίζει και πιθανόν αλλάζει την αρχική προδιαγεγραμμένη πορεία κάθε εικαστικής επανασήμανσης, τόσο ως προς το μέγεθος/κλίμακα, την ποικιλομορφία, τον βαθμό επέμβασης σε κάθε χώρο. Κάθε φορά που δημιουργείται ένας εικαστικός χώρος, μια εικαστική δράση ή επέμβαση, σε χώρους που είναι ανοιχτοί και προσβάσιμοι στο πλατύ κοινό κάθε τόπου, ανεξάρτητα από την ιδιότητα, ηλικία, κοινωνικό, πολιτισμικό, μορφωτικό επίπεδο ή εθνικότητα, η όποια εικαστική δράση δεν μπορεί να αποτελεί παρά μέρος μιας γενικότερης σύνθεσης και διάδρασης τόπου – ανθρώπων.

Χώροι… που δεν είναι οι συνήθεις και οι αναμενόμενοι “χώροι τέχνης”. Κάποιοι από αυτούς δεν έχουν ή δεν απέκτησαν την υποδομή για να φιλοξενήσουν εικαστικές εφαρμογές. Χώροι που συνήθως είναι κλειστοί και εγκαταλελειμμένοι. Χώροι με ιστορία και μνήμες συνθέτουν ένα πολυμορφικό καμβά που ουσιαστικά δεν αποτελεί μόνο άξονα για ένα πιθανόν ενιαίο εικαστικό έργο, αλλά κυρίως την αφορμή για ανθρωπολογικές, πολιτισμικές, πολιτιστικές και κοινωνιολογικές διαπιστώσεις.

Δρώντας λοιπόν σε αυτούς τους χώρους, αυτό που συμβαίνει είναι ότι επανασημαίνεται η σχέση των ανθρώπων όχι μόνο με τους ίδιους τους χώρους αλλά και με μορφές, εκφάνσεις, και τρόπους ως προς την εικαστική δράση. Παράλληλα επαναπροσδιορίζεται η σχέση του εικαστικού με τα εκφραστικά του μέσα και τους άξονες της θεματικής του. Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να δει κανείς, πώς η προσωπική του δουλειά μπορεί να λειτουργήσει, συνομιλήσει, προσαρμοστεί, σε ένα μη ασφαλές περιβάλλον και πλαίσιο (μουσείο, γκαλερί κλπ), καθώς και πόσο σημαντικό και σκόπιμο είναι το σβήσιμο της διάκρισης μεταξύ τέχνης και ζωής.

Ακολουθώντας τη διαδρομή Ελευσίνα – Άργος – Βώλακας – Κύθηρα και τη δημιουργία 7 εικαστικών εφαρμογών μεγάλης κλίμακας σε 7 διαφορετικούς εξωτερικούς χώρους, σε διάρκεια 46 ημερών, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι το σημαντικότερο στοιχείο που καθορίζει τη συγκεκριμένη θεματική είναι η προσπάθεια επικοινωνίας μέσω εικαστικών επεμβάσεων με την εντόπια κοινωνία. Χρησιμοποιώντας κάθε φορά, όσο το δυνατόν λιγότερα τεχνικά μέσα, αξιοποιώντας δομικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία των χώρων, επαναπροσδιορίζοντας τον τρόπο θέασής τους.

Η θεματική ξεκινάει με αφορμή τον χώρο του Παλαιού Ελαιουργείου στην Ελευσίνα, όπου πρόκειται για μια σύνθετη γλυπτική εφαρμογή χώρου, της οποίας κύριος άξονας, είναι η χρήση του χώρου, σαν τρόπος εγκιβωτισμού της εγκατάστασης. Μία μεταλλική κούκλα – ανδρείκελο, διαστάσεων: 4,5μ. ύψος και συνολικής διαμέτρου 9μ. στριμώχνεται και ασφυκτιά ανάμεσα στις τσιμεντένιες κολώνες και την οροφή ενός κτηρίου. Το μόνο μη άκαμπτο τμήμα της κατασκευής είναι μια φούστα από μικρά υφασμάτινα τμήματα (κουρέλια), τα οποία χρησιμοποιούνται με διάθεση τόσο συμβολική, όσο και ως μέσο διάδρασης με το φυσικό περιβάλλον (άνεμο). Υπάρχει πολυμορφία ως προς τη πλαστική και τη χρωματική σύνθεση. Η φωτιστική συνθήκη δημιουργεί φωτεινές και σκοτεινές κηλίδες και ενεργοποιεί τον περιβάλλοντα χώρο δημιουργώντας μια ενιαία σύνθεση.

Μέρος της εγκατάστασης αυτής στήνεται στους Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος. Με άλλη μορφή και χρήση τεχνικών μέσων δημιουργώντας μια νοηματική και φορμαλιστική σχέση ανάμεσα σε ένα μέρος του κτηρίου, ενός φυσικού στοιχείου του χώρου (δέντρο) και της γης, δημιουργώντας μία συνεχή ατέρμονη ροή ανάμεσά τους. Δηλαδή μια επανασύνδεση των στοιχείων του χώρου. Η κλίμακα ως προς το μέγεθος είναι μεγαλύτερη από την εγκατάσταση της Ελευσίνας, ωστόσο υπάρχει ένας μινιμαλισμός ως προς τα εκφραστικά μέσα καθώς τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι μόνο σκοινί και μικρά τμήματα υφασμάτων(κουρέλια).

Αυτή η εγκατάσταση ήταν work in progress, δηλαδή η εξέλιξη και ανάπτυξή της γινόταν σχεδόν καθημερινά και έχοντας ως στόχο τη δημιουργία μιας συνεχούς αλληλεπίδρασης τόσο με το χώρο όσο και με το κοινό αναπτύσσοντας την ιδέα ότι κάθε μέρα θα υπάρχει η δυνατότητα να δούμε μια νέα εικαστική σύνθεση σε ένα χώρο, τυπικά νεκρό. (ο χώρος των Στρατώνων είναι εγκαταλελειμμένος). Η φωτιστική συνθήκη ήταν ουσιαστικά φωτισμός επιπέδων, και στόχος του ήταν απλώς να σημειώσει την ύπαρξη της εγκατάστασης τις βραδινές ώρες. Η εγκατάσταση ήταν προσαρμοσμένη ώστε να λειτουργεί και με φυσικό φως.

Στο Α.Σ.Ο. Επιταλίου μετακινήθηκε και χρησιμοποιήθηκε όλο το κατασκευαστικό μέρος που προϋπήρχε από την Ελευσίνα και το Άργος. Η θεματική ήταν η σχέση του χώρου με το υδάτινο στοιχείο. Η κεντρική εικαστική εγκατάσταση στήθηκε στον υδατόπυργο και δημιούργησε μια νοηματική και εικαστική σύνδεση με το πηγάδι, το παράπλευρο κτίσμα και τη γη. Σε αυτή την εφαρμογή τα υλικά μετασχηματίστηκαν για τις ανάγκες του κατασκευαστικού.

Η φωτιστική συνθήκη αντιμετώπισε το αρχιτεκτονικό στοιχείο του χώρου και την επέμβαση σε αυτό σαν ένα ενιαίο σύνολο που δεσπόζει στο προαύλιο χώρο του εργοστασίου. Η εφαρμογή αυτή είναι διαδραστική ως προς τις καιρικές συνθήκες καθώς περιλαμβάνει κινητά μέρη τα οποία κινούνται, μένουν στάσιμα ή μπλέκονται μεταξύ τους ανάλογα με τον άνεμο. Κάποια κυρία της περιοχής, είπε ότι της θυμίζει χαρταετούς, και ότι οι χαρταετοί στην περιοχή ονομάζονται γέροι, και όταν έχουν ουρά … με γένια. Η συγκεκριμένη εγκατάσταση παρέμεινε στον χώρο του Α.Σ.Ο.

Κατά την παραμονή του προγράμματος στο Βώλακα, υπήρξε μια παράπλευρη επανασήμανση χώρου, στην παραλία του Επιταλίου. Εκεί στήθηκε μία εγκατάσταση σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, από υλικά που βρέθηκαν στην ίδια την παραλία και σε παράπλευρα ρημαγμένα από τη θάλασσα σπίτια. Η κεντρική νοηματική ήταν η επαναδόμηση και επανασήμανση ενός τόπου που έχει χαθεί από τη θάλασσα. Η ακτογραμμή της παραλίας του Επιταλίου ήταν πολλά μέτρα μακρύτερη από αυτή που είναι σήμερα.

Η φωτιστική συνθήκη, ακολούθησε το γενικότερο τεχνικό πλαίσιο στην παραλία Επιταλίου, τους πυρσούς, απλά ως μέσο φωτιστικής πηγής. Η εγκατάσταση δεν χρησιμοποίησε κανένα εκφραστικό μέσο από τις προηγούμενες μόνο μία λεπτή σκοινένια γραμμή που ένωνε τα πακτωμένα στην άμμο μέρη, των ξύλινων στοιχείων/ τμήματα των ρημαγμένων σπιτιών, μεταξύ τους. Η συγκεκριμένη εγκατάσταση παρέμεινε στον χώρο της παραλίας μέχρι να καταστραφεί από τις καιρικές συνθήκες…

Τέλος, η δεύτερη εικαστική εφαρμογή στο χώρο του Α.Σ.Ο. πρόκειται για ένα “σχεδιαστικό” διάγραμμα επανασύνδεσης του χώρου με τη φυσική του αρχική λειτουργία. Την άντληση και την παροχή νερού. Ένα δεύτερο μικρότερο υδραγωγείο που πλέον λιμνάζουν μόνο νερά της βροχής. Τα εκφραστικά μέσα λιτά ως προς τη φόρμα το υλικό και το χρώμα, σχεδόν αδιόρατα, σχεδόν ενοποιημένα με το χώρο. Λευκό σκοινί. Εικαστική δράση και χώρος ταυτόσημα. Φωτιστική συνθήκη, μία λάμπα αλογόνου 500W στο βάθος του υδραγωγείου αντιστρέφει της βραδινές ώρες την φυσική ροή του φωτός. Η συγκεκριμένη εγκατάσταση παρέμεινε στον χώρο του Α.Σ.Ο.

Τα Κύθηρα είναι ο τελευταίος σταθμός της διαδρομής. Η ιδιαιτερότητα σε αυτό τον τόπο, ήταν ότι ουσιαστικά δεν υπήρχε ένας χώρος. Αυτό που έπρεπε αρχικά να οριστεί είναι ποιος είναι ένας κατάλληλος, ενδιαφέρων χώρος ώστε να γίνει μία εικαστική επέμβαση. Ο πρώτος χώρος που επιλέχτηκε, είναι ένα παλαιό εγκαταλελειμένο πανδοχείο στο χωριό Ποταμό. Η ιδιαιτερότητα της αρχιτεκτονικής, η γεωγραφική του θέση καθώς και η ιστορία του κτιρίου ήταν λόγοι καθοριστικοί. Ο στόχος και ο κεντρικός άξονας της θεματικής ήταν να συμβεί κάτι σε αυτό το κτίριο κυρίως με μορφή ενός είδους διαμαρτυρίας, ή ενός τρόπου για να ανακληθούν οι μνήμες των ανθρώπων. Τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πιο λίγα από κάθε άλλη προηγούμενη εγκατάσταση.

Φωτιστική συνθήκη το φυσικό φως, και η “πεπραγμένη” λάμπα κεντρικής ηλεκτροδότησης του δρόμου. Ουσιαστικά το κτίσμα, δέθηκε με διαγώνιους σκοινένιους άξονες περιφερειακά, δημιουργώντας ένα διάτρητο πλέγμα. Λόγος που σου θυμίζει ότι δεν μπορείς να μπεις σε αυτό το χώρο, αλλά και ικανός λόγος για να κοιτάξεις και πιθανόν να ξανασκεφτείς τους λόγους που δεν μπορείς. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο λειτουργίας του, αρκετές δεκαετίες παλαιότερα, ήταν ο τόπος συνάντησης υψηλών κοινωνικά προσώπων. Η παρακμή του ξεκίνησε μετά την κατοχή των Γερμανών στην Ελλάδα. Κατά την παραμονή μας στα Κύθηρα κάποιος έκοψε τμήματα από τα σκοινιά της δεξιάς πλευράς του κτιρίου.

Τελευταία εικαστική δράση σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα στη Χώρα. Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο κέντρο, ανάμεσα σε άλλα νεότερα ή ακόμα και νεόχτιστα κατοικίσημα σπίτια, που όμως δεν έχουν τις αρχιτεκτονικές και αισθητικές αρετές του συγκεκριμένου. Χαρακτηριστικό είναι το ότι η πρόσβαση σε αυτό είναι δύσκολη καθώς περιμετρικά υπάρχουν γκρεμισμένες ξερολιθιές και χαλάσματα κάνοντας το σημείο δύσβατο και σε κάποια τμήματά του έως και επικίνδυνο. Ο κύριος άξονας της θεματικής είναι η επανασήμανση αυτού του χώρου, δημιουργώντας νοητά τεχνητά σκοινένια υποστυλώματα, τα οποία ακολουθούν την χρωματική γκάμα και την αρχιτεκτονική δομή. Η εικαστική εφαρμογή “αποκαλύπτεται” κάποιες ώρες της μέρας, ανάλογα με την ποσότητα και ποιότητα του φυσικού φωτός που υπάρχει. Ουσιαστικά με μια φευγαλέα ματιά είναι σαν να μην έχει συμβεί καμία ανθρώπινη επέμβαση στο κτίσμα αυτό.
Παρατηρώντας, υφολογικά και θεματικά τις παραπάνω εφαρμογές μπορεί να πει κανείς, ότι έχουν κοινές βασικές και δομικές αναφορές ως προς τη φόρμα την υφή και τη χρωματική γκάμα. Την ύλη και τον τρόπο που αυτή μετασχηματίζεται κάθε φορά. Φορμαλιστικά στις παραπάνω εφαρμογές μπορεί να παρατηρήσει μία σταδιακή αποδόμηση, η οποία κρατάει ωστόσο, την αρχική δομή σαν σημείο αναφοράς. Κάθε εγκατάσταση έχει σχέση με την προηγούμενη και με την επόμενη με μόνη διαφορά την χρήση ολοένα και λιγότερων εκφραστικών μέσων. Αυτή η αφαίρεση δεν είναι εσκεμμένη αλλά προέκυπτε από τις ανάγκες τόσο των ίδιων των χώρων, όσο και την ανάγκη υποδήλωσης σχέσεων, με τρόπους πιο απλούς και καθαρούς. Η αποδόμηση ως μέσο σαφήνειας και έρευνας. Σαν ένας τρόπος σχεδίασης πάνω στα κτίρια.
Η διαδρομή και η διαδικασία με την οποία συμβαίνει κάθε εικαστική εγκατάσταση in situ, καλύπτει ένα φάσμα ενεργειών ιδιοτήτων και τρόπων. Ακολουθεί μια συγκεκριμένη θεματική η οποία αναπροσαρμόζεται στον εκάστοτε χώρο. Ακολουθώντας τη διαδρομή του ArtLocus, ο μετασχηματισμός της ύλης, η πολυπλοκότητα των τρόπων, και η διαφορετικότητα των χώρων δημιουργούν μια νέα συνθήκη ως προς τη δομή, τα εκφραστικά μέσα και τους στόχους μιας εικαστικής εγκατάστασης. Η αναζήτηση παύει να είναι ατομική, διευρύνεται και αφορά ένα πλαίσιο περισσότερο ανθρωπολογικό και κοινωνικοπολιτικό παρά αμιγώς και μόνο καλλιτεχνικό. Αυτό που είναι ζητούμενο είναι όχι απλώς και μόνο η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου έργου τέχνης αλλά η προσπάθεια μέσο αυτού, για την δημιουργία μίας νέας γλώσσας ή κώδικα που αφορά όχι μόνο την “εικαστική κοινότητα”. Με ένα τρόπο η εικαστική παρέμβαση, γίνεται παρέμβαση στον τρόπο ζωής, στην καθημερινότητα, και επιρροή τόσο ως προς τη θέαση, αλλά και την αξιολόγηση και επαναπροσδιορισμό όχι μόνο αυτών που βλέπουμε αλλά και αυτών που απλά αισθανόμαστε. Εξάλλου αυτό που καθορίζει την εικαστική δράση, πέρα από τις γνωστές και ευκόλως εννοούμενες συνθήκες, είναι ο επαναπροσδιορισμός του χώρου και η αναγωγή του ως έργου τέχνης, αφού αυτός ορίστηκε σαν κάτι τέτοιο κατά τις μέρες του προγράμματος…

Ο τρόπος δουλειάς κατά την υλοποίηση των εγκαταστάσεων, μπορεί να χαρακτηριστεί χειρονομίας (Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός), απαλλαγμένος πολλές φορές από στοιχεία καλλωπισμού και απόλυτης στιλιστικής ομοιογένειας. Οι αναφορές που μπορεί να βρει κανείς στον Ντανταϊσμό (Duchamp), το Fluxus (Beuys), και τα Environments, είναι χρήσιμες κυρίως ως προς τον κοινωνικό τους πλαίσιο : την ανατροπή της ρουτίνας τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη, μέσα από τη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας, τις έννοιες της διαδικασίας και του εφήμερου. Την παρέμβαση στην φύση και την κοινωνία για την αποκατάσταση της διακεκομμένης σχέσης τους.*

Οκτώβριος 09.
Μαρία Καραθάνου Εικαστικός.

* Ειρήνη Φλώρου. Η Μεταπολεμική Τέχνη 1945-1990.

* Η εγκατάσταση The little game 1, η οποία αποτέλεσε το πρώτο μέρος αυτής της θεματικής, και αφορμή για την διαδρομή στο Art Locus, είναι μια in situ εικαστική εγκατάσταση. Σύνθετη γλυπτική εφαρμογή με χρήση μεταλλικών στοιχείων, υφάσματος και φωτιστικών συνθηκών. Παρουσιάστηκε στην Τεχνόπολις του Δήμου Αθηναίων την Άνοιξη του 2009 στα πλαίσια του 5ου Athens Video Art Festival.



Follow

Get every new post delivered to your Inbox.